Η Bundestag ενέκρινε ένα πακέτο μέτρων που αυξάνει κατά 50% τις συμμετοχές στην υγειονομική περίθαλψη
Ο στόχος του ΝΑΤΟ για αμυντικές δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ παρουσιάζεται ως μια στρατηγική νίκη της Συμμαχίας. Η πραγματική ιστορία, όμως, αφορά το ποιος πληρώνει τον λογαριασμό. Στη Γερμανία, το κόστος μεταφράζεται σε περικοπές συντάξεων και εκτίναξη της AfD. Στην Ιταλία, σε λογιστικές αλχημείες. Στην Ισπανία, σε ανοιχτή άρνηση συμμόρφωσης.
Όπως σημειώνει το Modern Diplomacy, ο ευρωπαϊκός επανεξοπλισμός δεν χρηματοδοτείται από την οικονομική ανάπτυξη, αλλά από το κοινωνικό κράτος. Κάθε κυβέρνηση πληρώνει το τίμημα με διαφορετικό τρόπο: η Γερμανία σε πολιτικό κεφάλαιο, η Ιταλία σε δημοσιονομική αξιοπιστία και η Ισπανία σε συνοχή της Συμμαχίας.
Η Γερμανία, η μόνη χώρα που επέλεξε την ειλικρίνεια αντί των λογιστικών τεχνασμάτων, είναι και εκείνη όπου η κοινωνική στήριξη αρχίζει να καταρρέει πρώτη.
Το πολιτικό τίμημα της ειλικρίνειας
Την τελευταία εβδομάδα πριν από τη θερινή διακοπή των εργασιών της, η Bundestag ενέκρινε ένα πακέτο μέτρων που αυξάνει κατά 50% τις συμμετοχές στην υγειονομική περίθαλψη, αφαιρεί τη δωρεάν ασφαλιστική κάλυψη από εκατοντάδες χιλιάδες συζύγους που δεν εργάζονται και περιορίζει τις κρατικές συντάξεις σε ένα βασικό επίπεδο κάλυψης, το οποίο, όπως παραδέχθηκε ο ίδιος ο καγκελάριος Friedrich Merz, δεν θα επαρκεί πλέον για τη διατήρηση του βιοτικού επιπέδου.
Η ίδια κυβέρνηση είχε ήδη εξαιρέσει τις στρατιωτικές δαπάνες άνω του 1% του ΑΕΠ από το συνταγματικό «φρένο χρέους» της Γερμανίας.
Λίγες εβδομάδες αργότερα, δημοσκόπηση κατέγραψε την AfD στο 29%, εννέα μονάδες μπροστά από το CDU/CSU του Merz – τη μεγαλύτερη διαφορά που έχει καταγραφεί ποτέ μεταξύ των δύο κομμάτων.
Η Γερμανία δεν έκρυψε το δίλημμα ανάμεσα στα όπλα και τις συντάξεις. Το νομοθέτησε δημόσια, μπροστά στις κάμερες. Και τώρα ο κυβερνητικός συνασπισμός πληρώνει το πολιτικό κόστος αυτής της επιλογής.
Το πλαίσιο: Ο στόχος του 5%
Στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στη Χάγη, τον Ιούνιο του 2025, οι σύμμαχοι συμφώνησαν να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ έως το 2035.
Από αυτό το ποσοστό, το 3,5% αφορά βασικές στρατιωτικές δυνατότητες και το 1,5% επενδύσεις που σχετίζονται με την ασφάλεια, όπως υποδομές και κυβερνοάμυνα.
Σε αντίθεση με το κοινό ευρωπαϊκό χρηματοδοτικό εργαλείο SAFE, ύψους 150 δισ. ευρώ, το μεγαλύτερο μέρος αυτών των δαπανών θα πρέπει να καλυφθεί από τους εθνικούς προϋπολογισμούς.
Ορισμένες χώρες βρίσκονται ήδη κοντά στον στόχο. Η Πολωνία διαθέτει το 2026 το 4,68% του ΑΕΠ για βασικές αμυντικές δαπάνες, ενώ οι χώρες της Βαλτικής ξεπερνούν ήδη το 5%.
Αλλού, η κατάσταση είναι διαφορετική. Η στήριξη των Ευρωπαίων πολιτών για υψηλότερες αμυντικές δαπάνες υποχώρησε από το 74% τον Απρίλιο του 2024 στο 67% τον Σεπτέμβριο του 2025. Η μεγαλύτερη πτώση καταγράφεται στην Ιταλία, όπου μόλις το 48% στηρίζει την αύξηση των δαπανών, έναντι 86% στην Πολωνία.
Τρεις χώρες, τρεις διαφορετικές στρατηγικές
Η Γερμανία επέλεξε να πληρώσει τον λογαριασμό ανοιχτά και ορατά.
Το Βερολίνο δημιούργησε εξαίρεση στο συνταγματικό φρένο χρέους μόνο για τις αμυντικές δαπάνες, αφήνοντας όλους τους άλλους τομείς να προσαρμοστούν μέσω περικοπών.
Μόνο το πακέτο αλλαγών στην υγεία αναμένεται να εξοικονομήσει 19,3 δισ. ευρώ το 2026 και σχεδόν 38 δισ. ευρώ έως το 2030.
Οι μεταρρυθμίσεις στο συνταξιοδοτικό προκάλεσαν ακόμη και εσωκομματική ανταρσία από δεκαοκτώ βουλευτές της Ένωσης κάτω των 35 ετών, ενώ το 69% των Γερμανών δηλώνει πλέον ότι φοβάται τη φτώχεια στα γηρατειά.
Ο Merz έχει παραδεχθεί ότι η νέα βασική σύνταξη δεν θα διατηρεί το σημερινό επίπεδο διαβίωσης.
Αυτή ακριβώς η ειλικρίνεια, υποστηρίζει το άρθρο, εξηγεί και την εκτόξευση της AfD στο 29%, την ώρα που το CDU/CSU υποχωρεί στο 20%.
Η Ιταλία και οι λογιστικές αλχημείες
Η Ιταλία ακολούθησε την αντίθετη διαδρομή: απέφυγε το πολιτικό κόστος επαναπροσδιορίζοντας τι θεωρείται αμυντική δαπάνη.
Η Giorgia Meloni έχει δεσμευθεί ότι δεν θα αφαιρεθεί ούτε ένα ευρώ από τις υφιστάμενες κυβερνητικές προτεραιότητες για να επιτευχθεί ο στόχος του 5%.
Με το δημόσιο χρέος να παραμένει εξαιρετικά υψηλό, η υπόσχεση αυτή θεωρείται δύσκολο να τηρηθεί χωρίς τεχνικές προσαρμογές.
Έτσι, η γέφυρα του Στενού της Μεσσήνης, έργο ύψους 13,6 δισ. ευρώ που απορρίπτεται από τα δύο τρίτα των Ιταλών, χαρακτηρίστηκε στρατιωτική υποδομή επειδή θα μπορούσε θεωρητικά να χρησιμοποιηθεί για τη μεταφορά αρμάτων μάχης.
Παράλληλα, εξετάζεται η ένταξη στις αμυντικές δαπάνες των επιχειρήσεων του λιμενικού κατά της παράνομης μετανάστευσης, ακόμη και της Guardia di Finanza.
Σύμφωνα με το άρθρο, η Ρώμη μπορεί έτσι να εμφανίζεται ότι φτάνει τον στόχο του ΝΑΤΟ χωρίς να μειώνει συντάξεις, αλλά εις βάρος της αξιοπιστίας των αριθμών που παρουσιάζει.
Η Ισπανία λέει απλώς «όχι»
Η Ισπανία δεν επέλεξε ούτε περικοπές ούτε λογιστικές προσαρμογές.
Η κυβέρνηση της Μαδρίτης έχει περιορίσει τις αμυντικές δαπάνες κοντά στο 2,1% του ΑΕΠ, προστατεύοντας ρητά τις δαπάνες για υγεία και παιδεία.
Η επιλογή αυτή βασίζεται στην εκτίμηση ότι το πολιτικό κόστος μιας σύγκρουσης με το ΝΑΤΟ είναι μικρότερο από το κόστος μιας εσωτερικής αντιπαράθεσης αντίστοιχης με εκείνη της Γερμανίας.
Ωστόσο, η στάση της Ισπανίας επιβαρύνει τη συνοχή της Συμμαχίας, καθώς προσφέρει πολιτικό άλλοθι και σε άλλες χώρες που διστάζουν να υλοποιήσουν τις δεσμεύσεις τους.
Το βασικό αντεπιχείρημα
Οι υποστηρικτές των μεταρρυθμίσεων επισημαίνουν ότι τα ευρωπαϊκά κοινωνικά κράτη βρίσκονται εδώ και χρόνια υπό πίεση λόγω της γήρανσης του πληθυσμού και ότι οι περικοπές δεν οφείλονται αποκλειστικά στην αύξηση των αμυντικών δαπανών.
Το άρθρο αναγνωρίζει ότι η δημογραφική πίεση είναι υπαρκτή, αλλά υποστηρίζει ότι πρόκειται για διαφορετικό ζήτημα.
Το κρίσιμο στοιχείο, σύμφωνα με την ανάλυση, είναι ότι το γερμανικό φρένο χρέους εξαιρέθηκε μόνο για τις αμυντικές δαπάνες και όχι για τις συντάξεις ή τα νοσοκομεία.
Αυτή η πολιτική επιλογή καθόρισε ποιος τομέας θα επωμιζόταν πρώτος το κόστος της προσαρμογής.
Τα πιθανά σενάρια
Το βασικό σενάριο προβλέπει ότι έως το 2027 οι τρεις χώρες θα συνεχίσουν την ίδια στρατηγική: η Γερμανία με περικοπές, η Ιταλία με λογιστικές επαναταξινομήσεις και η Ισπανία με περιορισμένες αμυντικές δαπάνες.
Στο αρνητικό σενάριο, ο κυβερνητικός συνασπισμός στη Γερμανία θα μπορούσε να διασπαστεί πριν από τις εκλογές του 2029, ενισχύοντας περαιτέρω τη θέση της AfD. Παράλληλα, μια αξιολόγηση του ΝΑΤΟ θα μπορούσε να αποκαλύψει ότι οι ιταλικές «δημιουργικές» λογιστικές πρακτικές δεν μεταφράζονται σε πραγματικές στρατιωτικές δυνατότητες.
Στο θετικό σενάριο, το ευρωπαϊκό πρόγραμμα SAFE θα μπορούσε να επεκταθεί σημαντικά, επιτρέποντας μεγαλύτερη χρηματοδότηση μέσω κοινών ευρωπαϊκών δανείων και μειώνοντας την ανάγκη για εθνικές περικοπές ή λογιστικά τεχνάσματα.
www.bankingnews.gr
Όπως σημειώνει το Modern Diplomacy, ο ευρωπαϊκός επανεξοπλισμός δεν χρηματοδοτείται από την οικονομική ανάπτυξη, αλλά από το κοινωνικό κράτος. Κάθε κυβέρνηση πληρώνει το τίμημα με διαφορετικό τρόπο: η Γερμανία σε πολιτικό κεφάλαιο, η Ιταλία σε δημοσιονομική αξιοπιστία και η Ισπανία σε συνοχή της Συμμαχίας.
Η Γερμανία, η μόνη χώρα που επέλεξε την ειλικρίνεια αντί των λογιστικών τεχνασμάτων, είναι και εκείνη όπου η κοινωνική στήριξη αρχίζει να καταρρέει πρώτη.
Το πολιτικό τίμημα της ειλικρίνειας
Την τελευταία εβδομάδα πριν από τη θερινή διακοπή των εργασιών της, η Bundestag ενέκρινε ένα πακέτο μέτρων που αυξάνει κατά 50% τις συμμετοχές στην υγειονομική περίθαλψη, αφαιρεί τη δωρεάν ασφαλιστική κάλυψη από εκατοντάδες χιλιάδες συζύγους που δεν εργάζονται και περιορίζει τις κρατικές συντάξεις σε ένα βασικό επίπεδο κάλυψης, το οποίο, όπως παραδέχθηκε ο ίδιος ο καγκελάριος Friedrich Merz, δεν θα επαρκεί πλέον για τη διατήρηση του βιοτικού επιπέδου.
Η ίδια κυβέρνηση είχε ήδη εξαιρέσει τις στρατιωτικές δαπάνες άνω του 1% του ΑΕΠ από το συνταγματικό «φρένο χρέους» της Γερμανίας.
Λίγες εβδομάδες αργότερα, δημοσκόπηση κατέγραψε την AfD στο 29%, εννέα μονάδες μπροστά από το CDU/CSU του Merz – τη μεγαλύτερη διαφορά που έχει καταγραφεί ποτέ μεταξύ των δύο κομμάτων.
Η Γερμανία δεν έκρυψε το δίλημμα ανάμεσα στα όπλα και τις συντάξεις. Το νομοθέτησε δημόσια, μπροστά στις κάμερες. Και τώρα ο κυβερνητικός συνασπισμός πληρώνει το πολιτικό κόστος αυτής της επιλογής.
Το πλαίσιο: Ο στόχος του 5%
Στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στη Χάγη, τον Ιούνιο του 2025, οι σύμμαχοι συμφώνησαν να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ έως το 2035.
Από αυτό το ποσοστό, το 3,5% αφορά βασικές στρατιωτικές δυνατότητες και το 1,5% επενδύσεις που σχετίζονται με την ασφάλεια, όπως υποδομές και κυβερνοάμυνα.
Σε αντίθεση με το κοινό ευρωπαϊκό χρηματοδοτικό εργαλείο SAFE, ύψους 150 δισ. ευρώ, το μεγαλύτερο μέρος αυτών των δαπανών θα πρέπει να καλυφθεί από τους εθνικούς προϋπολογισμούς.
Ορισμένες χώρες βρίσκονται ήδη κοντά στον στόχο. Η Πολωνία διαθέτει το 2026 το 4,68% του ΑΕΠ για βασικές αμυντικές δαπάνες, ενώ οι χώρες της Βαλτικής ξεπερνούν ήδη το 5%.
Αλλού, η κατάσταση είναι διαφορετική. Η στήριξη των Ευρωπαίων πολιτών για υψηλότερες αμυντικές δαπάνες υποχώρησε από το 74% τον Απρίλιο του 2024 στο 67% τον Σεπτέμβριο του 2025. Η μεγαλύτερη πτώση καταγράφεται στην Ιταλία, όπου μόλις το 48% στηρίζει την αύξηση των δαπανών, έναντι 86% στην Πολωνία.
Τρεις χώρες, τρεις διαφορετικές στρατηγικές
Η Γερμανία επέλεξε να πληρώσει τον λογαριασμό ανοιχτά και ορατά.
Το Βερολίνο δημιούργησε εξαίρεση στο συνταγματικό φρένο χρέους μόνο για τις αμυντικές δαπάνες, αφήνοντας όλους τους άλλους τομείς να προσαρμοστούν μέσω περικοπών.
Μόνο το πακέτο αλλαγών στην υγεία αναμένεται να εξοικονομήσει 19,3 δισ. ευρώ το 2026 και σχεδόν 38 δισ. ευρώ έως το 2030.
Οι μεταρρυθμίσεις στο συνταξιοδοτικό προκάλεσαν ακόμη και εσωκομματική ανταρσία από δεκαοκτώ βουλευτές της Ένωσης κάτω των 35 ετών, ενώ το 69% των Γερμανών δηλώνει πλέον ότι φοβάται τη φτώχεια στα γηρατειά.
Ο Merz έχει παραδεχθεί ότι η νέα βασική σύνταξη δεν θα διατηρεί το σημερινό επίπεδο διαβίωσης.
Αυτή ακριβώς η ειλικρίνεια, υποστηρίζει το άρθρο, εξηγεί και την εκτόξευση της AfD στο 29%, την ώρα που το CDU/CSU υποχωρεί στο 20%.
Η Ιταλία και οι λογιστικές αλχημείες
Η Ιταλία ακολούθησε την αντίθετη διαδρομή: απέφυγε το πολιτικό κόστος επαναπροσδιορίζοντας τι θεωρείται αμυντική δαπάνη.
Η Giorgia Meloni έχει δεσμευθεί ότι δεν θα αφαιρεθεί ούτε ένα ευρώ από τις υφιστάμενες κυβερνητικές προτεραιότητες για να επιτευχθεί ο στόχος του 5%.
Με το δημόσιο χρέος να παραμένει εξαιρετικά υψηλό, η υπόσχεση αυτή θεωρείται δύσκολο να τηρηθεί χωρίς τεχνικές προσαρμογές.
Έτσι, η γέφυρα του Στενού της Μεσσήνης, έργο ύψους 13,6 δισ. ευρώ που απορρίπτεται από τα δύο τρίτα των Ιταλών, χαρακτηρίστηκε στρατιωτική υποδομή επειδή θα μπορούσε θεωρητικά να χρησιμοποιηθεί για τη μεταφορά αρμάτων μάχης.
Παράλληλα, εξετάζεται η ένταξη στις αμυντικές δαπάνες των επιχειρήσεων του λιμενικού κατά της παράνομης μετανάστευσης, ακόμη και της Guardia di Finanza.
Σύμφωνα με το άρθρο, η Ρώμη μπορεί έτσι να εμφανίζεται ότι φτάνει τον στόχο του ΝΑΤΟ χωρίς να μειώνει συντάξεις, αλλά εις βάρος της αξιοπιστίας των αριθμών που παρουσιάζει.
Η Ισπανία λέει απλώς «όχι»
Η Ισπανία δεν επέλεξε ούτε περικοπές ούτε λογιστικές προσαρμογές.
Η κυβέρνηση της Μαδρίτης έχει περιορίσει τις αμυντικές δαπάνες κοντά στο 2,1% του ΑΕΠ, προστατεύοντας ρητά τις δαπάνες για υγεία και παιδεία.
Η επιλογή αυτή βασίζεται στην εκτίμηση ότι το πολιτικό κόστος μιας σύγκρουσης με το ΝΑΤΟ είναι μικρότερο από το κόστος μιας εσωτερικής αντιπαράθεσης αντίστοιχης με εκείνη της Γερμανίας.
Ωστόσο, η στάση της Ισπανίας επιβαρύνει τη συνοχή της Συμμαχίας, καθώς προσφέρει πολιτικό άλλοθι και σε άλλες χώρες που διστάζουν να υλοποιήσουν τις δεσμεύσεις τους.
Το βασικό αντεπιχείρημα
Οι υποστηρικτές των μεταρρυθμίσεων επισημαίνουν ότι τα ευρωπαϊκά κοινωνικά κράτη βρίσκονται εδώ και χρόνια υπό πίεση λόγω της γήρανσης του πληθυσμού και ότι οι περικοπές δεν οφείλονται αποκλειστικά στην αύξηση των αμυντικών δαπανών.
Το άρθρο αναγνωρίζει ότι η δημογραφική πίεση είναι υπαρκτή, αλλά υποστηρίζει ότι πρόκειται για διαφορετικό ζήτημα.
Το κρίσιμο στοιχείο, σύμφωνα με την ανάλυση, είναι ότι το γερμανικό φρένο χρέους εξαιρέθηκε μόνο για τις αμυντικές δαπάνες και όχι για τις συντάξεις ή τα νοσοκομεία.
Αυτή η πολιτική επιλογή καθόρισε ποιος τομέας θα επωμιζόταν πρώτος το κόστος της προσαρμογής.
Τα πιθανά σενάρια
Το βασικό σενάριο προβλέπει ότι έως το 2027 οι τρεις χώρες θα συνεχίσουν την ίδια στρατηγική: η Γερμανία με περικοπές, η Ιταλία με λογιστικές επαναταξινομήσεις και η Ισπανία με περιορισμένες αμυντικές δαπάνες.
Στο αρνητικό σενάριο, ο κυβερνητικός συνασπισμός στη Γερμανία θα μπορούσε να διασπαστεί πριν από τις εκλογές του 2029, ενισχύοντας περαιτέρω τη θέση της AfD. Παράλληλα, μια αξιολόγηση του ΝΑΤΟ θα μπορούσε να αποκαλύψει ότι οι ιταλικές «δημιουργικές» λογιστικές πρακτικές δεν μεταφράζονται σε πραγματικές στρατιωτικές δυνατότητες.
Στο θετικό σενάριο, το ευρωπαϊκό πρόγραμμα SAFE θα μπορούσε να επεκταθεί σημαντικά, επιτρέποντας μεγαλύτερη χρηματοδότηση μέσω κοινών ευρωπαϊκών δανείων και μειώνοντας την ανάγκη για εθνικές περικοπές ή λογιστικά τεχνάσματα.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών